Η θεμελίωση των οικονομικών κατά το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

Η θεμελίωση των οικονομικών κατά το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ

Μορφές οικονομίας έχουν καταγραφεί στον ελλαδικό χώρο, από την εποχή των πρώτων πολιτισμών,  την εποχή των ομηρικών χρόνων και την κλασική εποχή, κατά την οποία οι σωκρατικοί φιλόσοφοι διατύπωσαν τις απόψεις τους για την οικονομία ως έννοια και έθεσαν τις βάσεις για την επιστήμη αυτή πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν και  μεταγενέστερες σκέψεις. Στην πορεία του χρόνου διαμορφώθηκαν  οικονομικές θεωρίες από επιστήμονες του Δυτικού κόσμου και ακολουθήθηκαν οικονομικά μοντέλα που στόχο τους είχαν την ανεξαρτησία και  ευδαιμονία του κάθε έθνους, την ατομική ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την  βελτίωση της ζωής των πολιτών. ( Μ.Γ. Δημητριάδου,  «Τα Οικονομικά του Αγώνα 1821-1824» εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2014, σ. 7).

Όταν η επιστήμη της οικονομίας απευθυνόταν στην οικονομία του κράτους, πρότεινε τρόπους βελτίωσης της ζωής των πολιτών του,  μέσα στα πλαίσια  ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Όταν ,όμως, η πολιτική ενός κράτους ξεπερνούσε τα εδαφικά όρια της κυριαρχίας του, τότε και η οικονομία ακολουθούσε μία πορεία η οποία ως στόχο της είχε τον πλουτισμό της χώρας αυτής  σε βάρος μιας άλλης χώρας και των κατοίκων της. Η επεκτατική αυτή πολιτική οδηγούσε  σε πολέμους και συρράξεις ανάμεσα στα κράτη, στην προσπάθεια του ενός να επιβληθεί του άλλου και του άλλου, με τη σειρά του, να αμυνθεί και να υπερασπισθεί τα δικαιώματα και συμφέροντά  του. Έγινε, λοιπόν, αντιληπτό ότι  σε εθνικό επίπεδο η ενδυνάμωση της οικονομίας ενός κράτους του εξασφαλίζει την ειρήνη, την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, την εξισορρόπηση και τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, τη διατήρηση της ηρεμίας και της τάξης ανάμεσα στους πολίτες του. Σε ατομικό επίπεδο, η οικονομική ανεξαρτησία είναι η δυνατότητα να ικανοποιούνται οι υλικές ανάγκες χωρίς την υποχρέωση να ενεργούμε αντίθετα, με διαφορετικό τρόπο από τον οποίο μας υπαγορεύει ο δικός μας ηθικός κανόνας. Αυτή η ανεξαρτησία συγκεκριμενοποιημένη στο άτομο, είναι ο τελικός όρος και η κορυφαία κατάκτηση όλων των πολιτικών αγώνων για την ανεξαρτησία των λαών, των εθνοτήτων, των περιφερειών και των δήμων. (Isaac Puente., περιοδικό « Estudios », ν. 121, Σεπτέμβριος του 1933).

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ    

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης  από τους Οθωμανούς αλλά και την επέκταση τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, καθιερώνεται ένα παραγωγικό σύστημα προκαπιταλιστικό, χωρίς να είναι απαραίτητα και απόλυτα φεουδαρχικό, την περίοδο όπου η  Δύση δεν θα αργήσει να πορευθεί προς την διαδικασία της εκβιομηχάνισης. (E.M.Burns., Ευρωπαϊκή Ιστορία, ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι. Εκδ. Επίκεντρο, σ. 463-465). Στα χρόνια που ακολουθούν, την Οθωμανική κυριαρχία, η μεταχείριση που έχουν οι  υπόδουλοι Έλληνες από τους Οθωμανούς, είναι απόρροια του τρόπου της κατάκτησης τους. Όσοι αποδέχτηκαν ειρηνικά την κατάκτηση, αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο από εκείνους που αντισταθήκαν, καθώς οι ,μεν, πρώτοι διατήρησαν την φεουδαρχική τους σχέση  με το δικαίωμα εκμετάλλευσης της περιουσίας τους  κάτω από το φορολογικό σύστημα της οθωμανικής εξουσίας, ενώ οι άλλοι,  είτε έχασαν τη ζωή είτε, επιζώντες, έχασαν την περιουσία τους.  Όσοι διατήρησαν το δικαίωμα εκμετάλλευσης  της  περιουσία τους – και δεν είναι μόνον οι παλαιοί γαιοκτήμονες οι συμφιλιωμένοι με την οθωμανική κυριαρχία που διατήρησαν την κυριότητα της περιουσίας τους, αλλά και οι χριστιανοί οι οποίοι με τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην οθωμανική αυτοκρατορία ως «γραμματικοί» στις οικονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες της διοίκησης απέκτησαν  γη και οικονομικές παροχές. Τα προνόμια αυτά όμως ποτέ δεν πέτυχαν να τους απαλλάξουν από την κοινωνική θέση του πολίτη της δεύτερης κατηγορίας, του άπιστου. (Γ.Κατσούλη-Μ.Νικολινάκου-Β.Φίλια., Οικονομική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας από το 1453   μέχρι το 1830. τ. Α΄εκδ. Παπαζήση, σ. 28).Οι υπόλοιποι κατακτημένοι Έλληνες, κατατάσσονται στην πλατιά  μάζα των γεωργών, οι οποίοι  στα πρώτα, περίπου, εκατό χρόνια της κατάκτησης χωρίζονται σε δούλους, δουλοπάροικους και ελεύθερους γεωργούς, ενώ η παραγωγή περιορίζεται την περίοδο αυτή (1500-1600 περίπου) κυρίως σε δημητριακά και λάδι. Η κατάσταση αυτή διαφοροποιείται εξ αιτίας της πολεμικής δράσης των Οθωμανών και τις αυξημένες απαιτήσεις των σπαχήδων προς του καλλιεργητές των κτημάτων. Οι  Έλληνες αναγκάζονται  να εγκαταλείψουν τα πεδινά και να στραφούν προς τους ορεινούς τόπους με αποτέλεσμα  η γη να μένουν ακαλλιέργητη.( Α.Ε.Βακαλόπουλος., Η Ελληνική Κοινωνία… Iστορία του Nέου Eλληνισμού, τόμ. A’ – Η’, Θεσσαλονίκη 1968-1988, σ. 98).

Μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας των ραγιάδων αρχίζει να διαφαίνεται,  με την ανάπτυξη του εμπορίου από τα μέσα του 17ου αιώνα, ανάπτυξη η οποία στηρίζεται α) στην  ευρωπαϊκή εξόρμηση προς την Ανατολή κατά το τέλος του 16ου  αιώνα, για την κάλυψη των αναγκών της σε εξαγωγές και  φθηνότερες πρώτες ύλες, β) στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, έτσι ώστε ό έμπορος  να απολαμβάνει κερδών και από την μεταφορά των εμπορευμάτων, και γ) την αλλαγή πολιτικής των Οθωμανών ως προς τις μετακινήσεις του πληθυσμού. Αυτή η αλλαγή, διευκόλυνε την μετατροπή της μονοκαλλιέργειας σε πολύμορφη καλλιέργεια και την ανάπτυξη της χειροτεχνίας, της οικοβιοτεχνίας.  Κυρίως διευκόλυνε την «επιστροφή» των πληθυσμών από τις ορεινές περιοχές στις πεδιάδες, με κυρίαρχη πια τάξη αυτή του τιμαριούχου – πασά που επιτρέπει την διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο και την συστηματική καλλιέργεια στις πεδιάδες. (Γ.Κατσούλη-Μ.Νικολινάκου-Β.Φίλια., Οικονομική Ιστορία…ό.π.,σσ. 31-32). Το θαλάσσιο και το χερσαίο εμπόριο, αν και εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους προερχόμενους από τη ληστεία και την πειρατεία αλλά και από τις αιφνίδιες αλλαγές της εσωτερικής και διεθνούς συγκυρίας, παρείχε την μοναδική δυνατότητα απόκτησης πλούτου και πολιτικής επιρροής.

Ελληνικό στοιχείο όμως δεν παραμένει μόνο στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς υπάρχει και το τμήμα του ελληνικού πληθυσμού που έχει μεταναστεύσει και δημιουργεί όπου υπάρχουν ελληνικές παροικίες.  Πρόκειται για τον απόδημο ελληνισμό, που μεταναστεύει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. (Γ.Κατσούλη-Μ.Νικολινάκου-Β.Φίλια., Οικονομική Ιστορία…ό.π.,σσ. 68,69). Οι απόδημοι συμβιώνουν οικονομικά με την άρχουσα τάξη του τόπου υποδοχής τους.  Χάρη στην έντονη εμποροκρατία,  αποκτούν δική τους οικονομική οντότητα, διατηρούν τους δεσμούς του με την πατρίδα και  αποκτούν κοινωνική συνείδηση που τους επιτρέπει να αναπτύξουν και την εθνική τους συνείδηση. Έτσι η δεύτερη αυτή μεταναστευτική περίοδος γίνεται « ευεργετική».

Σημαντικός παράγοντας που διαμορφώνει την οικονομική κατάσταση των υποδούλων Ελλήνων είναι το φορολογικό σύστημα και οι φοροδοτικές επιβαρύνσεις (φορολόγηση έγγειας παραγωγής, τα «λύτρα» προς τον κατακτητή για την διατήρηση της στρατιωτικής  και φεουδαλικής δομής της αυτοκρατορίας, κεφαλικός φόρος κ.ά). Σύμφωνα με το  οθωμανικό φορολογικό σύστημα οι φόροι,  κατηγοριοποιούνται, στους Νομίμους νόμους που ορίζονται από το Κοράνι, στους θεμελιώδεις νόμους του Ισλάμ και στους Αυθαίρετους  που ορίζονται από πολιτικές διατάξεις.( Στους Νόμιμους φόρους υπάγονται ο Κεφαλικός φόρος (χαράτσι), η Δεκάτη –  φόροι πάνω στην παραγωγή (γεωργική και κτηνοτροφική), Οι φόροι μεταβιβάσεως ακινήτων και δωρεών και οι Τελωνειακοί δασμοί). Εκτός από τους παραπάνω φόρους, υπάρχουν και οι Έκτακτοι φόροι (αβάρετοι-αβανιέ) που επιβάλλονται από την τοπική εξουσία  ή τους πασάδες για την κάλυψη ειδικών  αναγκών, καθώς και οι Εκκλησιαστικοί και Κοινοτικοί φόροι , οι οποίοι αποδίδονται από του κατακτημένους Έλληνες είτε σε χρήμα είτε σε είδος.( Γ.Κατσούλη-Μ.Νικολινάκου-Β.Φίλια., Οικονομική…ό.π.,σσ  97-98). Η σκληρή φορολογική πολιτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε συνδυασμό με την χαμηλή αμοιβή εργασίας, από την οποία περίπου το 75% κάλυπτε τα έξοδα διατροφής, και στην οποία δεν συμπεριλαμβάνονταν η μη αμειβόμενη  πρόσθετη εργασία, ήσαν οι αιτίες για την μη οικονομική ανάπτυξη των υποδούλων Ελλήνων. Το οθωμανικό γαιοκτητικό και φορολογικό σύστημα προστάτευε, βέβαια, το δικαίωμα των αγροτών να καλλιεργούν την γη της περιοχής τους, αλλά τους απομυζούσε όμως οικονομικά  και τους ανάγκαζε να ζουν στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης.

Μία διαφοροποίηση στην ανάπτυξη της παραγωγής και της οικονομίας παρατηρείται από τις αρχές του 19ου αιώνα, διαφοροποίηση η οποία στηρίζεται στην προϊούσα παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην ευρωπαϊκή εμπορική διείσδυση στον ελληνικό χώρο, καθώς και   στο καθεστώς των εμπορευματικών διευκολύνσεων και σε διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στους  Έλληνες βάσει  Ρωσοτουρκικών συμφωνιών.

Δύο οικονομικοί πόλοι δημιουργούνται:  αυτός  που βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο και εκείνος που βρίσκεται στον πάροικο ελληνισμό. Οι  δύο αυτές, όμως, συγκεκριμένες οικονομικές δυνάμεις  δεν αποτελούν στο σύνολό τους τον οικονομικό πυρήνα της στήριξης της ελληνικής επανάστασης, καθώς υπάρχουν  ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα τους, αφού ορισμένοι από τους  οικονομικά ισχυρούς του ελλαδικού χώρου αντιμετωπίζουν την ιδέα της Επανάστασης με σκεπτικισμό, ενώ οι απόδημοι Έλληνες σχεδόν συλλήβδην αποζητούν την εθνική απελευθέρωση. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνουν τα  λόγια του αγωνιστή του 21, Ν.Κασομούλη : «Ενήργησαν την Επανάστασιν εμποροτεχνίται από διάφορα επαγγέλματα εις ξένους τόπους Ευρώπην, Ανατολήν και Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν, εγνώριζαν την δύναμιν των Οθωμανών και είχον την τόλμην να αδράξουν τα όπλα έναντίον των. Ας εξετάσει διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβε  μέρος εις την Επανάστασιν και θέλει ιδεί ότι η τάξη των ξενητεμένων λογιωτάτων και εμπόρων είναι η πρώτη, ήτις ετόλμησεν και εκίνησε τον μοχλόν τούτον…..».( Ν. Κασομούλης., Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. Ι-ΙΙ. Αθήνα 1973).

Το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης βρίσκει τον ελληνισμό κοινωνικά και οικονομικά δομημένο και διαρθρωμένο,  με ένα τρόπο που δημιουργήθηκε κάτω από τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας και  διατηρήθηκε  μέχρι την συγκρότηση του ελληνικού κράτους. (Γ.Κατσούλη-Μ.Νικολινάκου-Β.Φίλια., Οικονομική Ιστορία…ό.π,.σ. 9).

 

ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ  (Σινάφια- ρουφέτια – ισνάφια)

Στο οθωμανικό φεουδαρχικό σύστημα οργάνωσης και παραγωγής, η συντεχνία αποτέλεσε μία μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης, στην οποία είχαν ενταχθεί οι τεχνίτες. (Με φιρμάνι του Μουσταφά Γ΄το 1773 καθορίζεται ακριβώς ο ρόλος, το πλαίσιο δράσης, οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των συντεχνιών αλλά και του κράτους απέναντι σε αυτές.[ Μ.Ευθυμίου., Οι Συντεχνίες, «Η κρατική Οργάνωση τεχνών και Επαγγελμάτων», Ιστορία του ΝέουΕλληνισμού, 1770-2000, Αθήνα, σ. 327). Αποτελεί μία μικρότερη ομάδα μέσα στην προηγμένη πολιτιστικά κοινότητα, είχε την υποστήριξη του οθωμανικού κράτους για λόγους κυρίως φορολογικούς, και ρύθμισης της οικονομικής ζωής αλλά και του εγχώριου πληθυσμού που βασιζόταν σε αυτή.  Οι συντεχνίες εξελίχθηκαν και εναρμονίσθηκαν με την ανάπτυξη της κοινωνικο-οικονομικής ζωής των βαλκανικών πόλεων όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο της οικονομικής οργάνωσης του οθωμανικού κράτους. (Ε.Σπαθάρη-Μπεγλίτη., «Συντεχνίες : μια μορφή οργάνωσης των παραδοσιακών τεχνιτών – Επαγγελματική συνοχή και κονωνική αλληλεγγύη», Α.Ι.Γουήλ-Μπαδιεριτάκη κ.α. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα ΙΙ : Οι Νεότεροι Χρόνοι Β΄, Παραδοσιακή Τέχνη και Τεχνολογία,  ΕΑΠ, Πάτρα 2002., σ. 96) Ο ρόλος της συντεχνίας στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας είναι διττός, καθώς, αφ’ ενός, συμβάλλει στην διατήρηση των οικονομικών ισορροπιών, μέσα σε ένα σύστημα εσωτερικής αγοράς, περιορισμών και κατανομών το οποίο επιδιώκει την κατάργηση του συναγωνισμού και μιας εργατικής δύναμης με διαφορετική εξειδίκευση και διαφορετικό γεωγραφικό χώρο, αφ’ ετέρου, δε, διαμεσολαβεί ανάμεσα στην κρατική εξουσία και στους τοπικούς εκπροσώπους της, συνέπεια των φορολογικών της λειτουργιών. (Σπ. Ασδραχάς., Οι Συντεχνίες στην Τουρκοκρατία : Οι Οικονομικές Λειτουργίες., στο Κ.Γκότσης-Ε.Σπαθάρη-Μπεγλίτη (επιμ) Ανθολόγιο Δοκιμίων για το Δημόσιο και Ιδιωτικό Βίο στην Ελλάδα  (19ος-20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα 2008, σ. 151).

 

ΕΜΠΟΡΙΟ

Η οικονομία κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας ήταν κλειστή και εμπορικές συναλλαγές γίνονταν σπάνια και κυρίως με την ευκαιρία τοπικών εμποροπανηγύρεων, τα οποία συγκροτούνταν κατά κανόνα έξω από τις πόλεις σε νευραλγικά σημεία, όπου διατίθεντο προϊόντα που δεν μπορούσε να απορροφήσει το σύστημα της διαρκούς αγοράς. Άλλοι τρόποι τύπου αγοράς ήταν η διαρκής αγορά και η εβδομαδιαία αγορά που συνυπήρχαν τόσο στο επίπεδο των πόλεων όσο και στο επίπεδο μικρότερων πληθυσμιακών συγκεντρώσεων.

Οι εμπορικές μετακινήσεις των Ελλήνων έως το 1700 περίπου γίνονταν κατά κανόνα σε μικρές αποστάσεις, πάντοτε μέσα στα όρια της Οθωμανικής ΑυτοκρατορίαςΟι δραστηριότητες των Ελλήνων στο εξωτερικό, οδήγησαν (18ος-19ος αι.) στην δημιουργία διεθνών δικτύων τα οποία ήταν συνδεδεμένα με τα «ομογενή» δίκτυα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τα οποία ένα σημαντικό τμήμα ήλεγχαν. Το εμπόριο προσέφερε στους  Έλληνες την οικονομική δυνατότητα να αναπτύξουν το βιοτικό και πνευματικό τους επίπεδο, να μορφώσουν τα παιδιά τους, να διαμορφώσουν τις συνθήκες για την ανάκτηση της ελευθερίας του και να οργανώσουν τον Αγώνα, για τα οποία ο Νικ. Παπαδόπουλος, γράφει : « Τι άρα είναι εκείνο……….., το θεόσδοτον αίτιον, το οποίον κατά τους εσχάτους τούτους χρόνους, ………ανεψύχωσε τους απανταχού Έλληνας….;  Ποίον είναι το μέσον, το οποίον η θεία Πρόνοια μετεχειρίσθη δια να ανεγείρη το Γένος, προσκαλούσα τας Μούσας εις τον Ελικώνα….;  εν ώ ελεεινώς αύτη κατάκειται δεδουλωμένη, απροστάτευτος από άρχοντας, και ηγεμόνας και χηρεύουσα από προνόμια, και εισοδήματα Στοών, Ακαδημιών, Περιπάτων, και όσα τοιαύτα κοινωφελή Διδακτήρια εφώτιζον, και εδόξαζον πάλαι; Αυτά τα πράγματα μας πληροφορούσιν, ότι είναι το «ΕΜΠΟΡΙΟΝ» (Α.Ε.Βακαλόπουλος., Νέα Ελληλνική Ιστορία-4, Η Αναγέννηση του Ελληνικού Γένους. Πορεία προς  την Ελευθερία (1669-1812).  Οικονομική και πνευματική άνοδος των Ελλήνων. Απελευθερωτικά κινήματα –  Εθνική εγρήγορση. Εκδ.οι. Αντ. Σταμούλη 2000, σ. 739).

 

ΝΑΥΤΙΛΙΑ 

Η ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας ήταν ένα εκρηκτικό φαινόμενο με εξαιρετικά ταχείς ρυθμούς οι οποίοι οφείλονταν στην κρισιμότητα των διεθνών ανταγωνισμών για την κυριαρχία στην ανατολική, κυρίως, Μεσόγειο . (Β. Κρεμμυδάς., Εισαγωγή στην Ιστορία…ό.π.,σ. 234).  Την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, βοηθά η ιδιαιτερότητα του ελληνικού γεωπολιτικού χώρου. (Γ.Λεονταρίτης., Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850). Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων 1996.Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 1. Αθήνα 1981, σ. 1.Γ.Β.Δερτιλής, Ιστορία του Ελλληνικού…ό.π.,σ.196).Στο δεύτερο μισό του 18ου αι. η διεθνής συγκυρία ευνόησε την ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας. Καθοριστικά γεγονότα αυτής της συγκυρίας ήταν, η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), η Γαλλική Επανάσταση του 1789 με όλες  τις συνέπειές τους.  Οι Έλληνες πλοιοκτήτες, επέτυχαν να  τα βελτιώσουν και να υποκαταστήσουν τους Γάλλους ναυτικούς στη Μεσόγειο. (Γ.Ν.Μοσχόπουλος., Ιστορία του Νέου Ελληνικού…ό.π.,σ. 27). Οι Έλληνες του εξωτερικού ανέπτυξαν πλοιοκτητικές και κυρίως συμπλοιοκτητικές επιχειρήσεις   υπό μορφή οικογενειακών επιχειρήσεων και, μάλιστα, σε αντιστοιχία προς τις εμπορικές εταιρικές τους επιχειρήσεις. (Σπ. Ι.Ασδραχάς με την συνεργασία των Ν.Καραπιδάκη,…ό.π.,σ. 481).

Εξ αιτίας των κινδύνων που αντιμετώπιζαν τα πλοία λόγω της πειρατείας, και του λαθρεμπορίου, ήταν εξοπλισμένα με κανόνια, έτσι ώστε με την έναρξη της Επανάστασης, τα μεγαλύτερα πλοία βρέθηκαν  οπλισμένα με 18-20 κανόνια και τα μικρότερα με λιγότερα και μικρότερης εμβέλειας. (Λ.Θ.Χουμανίδης.,Οικονομική Ιστορία της Ελλάδος, … ό.π.,σ. 108).Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Pouqueville,  τα ελληνικά  εμπορικά πλοία ήταν εξοπλισμένα με 5.878 κανόνια και επανδρωμένα με 37.526 ναυτικούς.   Εκ των πραγμάτων θα αποτελέσουν ένα σημαντικό πολεμικό όπλο για τον Αγώνα.(Γ.Λεονταρίτης., Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία …,σ. 59).

 

Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ  ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

Η ανάπτυξη και η οργάνωση των Δημοσίων Οικονομικών, έχουν ως υπόβαθρο την ύπαρξη και την λειτουργία του κράτους και των αρμοδίων γι’ αυτό υπηρεσιών. Επειδή όμως τέτοιες προϋποθέσεις  δεν υπήρχαν κατά την Επανάσταση, δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί η Δημόσια Οικονομία.  Εάν τα Δημόσια Οικονομικά απαιτούν την κρατική οργάνωση η οποία υπό ειρηνικές συνθήκες   βελτιώνεται,  υπό συνθήκες πολέμου και χωρίς προηγούμενη κρατική οργάνωση δεν ήταν δυνατόν να εξελιχθούν αποτελεσματικά.( Κ.Π.Μανωλόπουλου., Αντιμετώπισις Πολεμικών Δαπανών κατά την Εθνεγερσίαν του 1821. (Βραβείον Πανελληνίου Διαγωνισμού). Αθήναι 1973,  σ.29.). Διαπιστώνονται, λοιπόν, σημαντικές ελλείψεις στην οικονομική οργάνωση κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, που οφείλονται, αφ’ ενός, στο γεγονός ότι   η προσοχή των αγωνιστών είχε επικεντρωθεί στην ανάκτηση της ελευθερίας  και, αφετέρου, στις αδυναμίες της  δημοσιονομικής διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία οι επαναστατημένοι Έλληνες θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό  να συνεχίσουν ή και να εξελίξουν. Τ.Α.Σταματόπουλου., (Ο Εσωτερικός Αγώνας. Πριν και κατά την Επανάσταση του 1821. τ. 4, Κάλβος, Αθήνα 1972, σ.100).

Επειδή οι επαναστατικοί αγώνες δεν κερδίζονται μόνο με την αυτοθυσία και τον ενθουσιασμό, αλλά είναι απαραίτητη και η συνδρομή και άλλων παραγόντων, όπως η οργάνωση, η ύπαρξη υλικής υποδομής και η διπλωματία, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να πετύχει η επανάσταση των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς,  χωρίς, τουλάχιστον, τον απαραίτητο για αυτούς οπλισμό και πολεμοφόδια. Από την αρχή, πάντως, οι συνθήκες ήταν δυσμενείς, αφού υπήρχαν σοβαρά προβλήματα συγκέντρωσης χρημάτων και εξεύρεσης πόρων. Η απόκτηση των όπλων από τους Έλληνες ήταν, εκ των πραγμάτων, ευθύς εξ αρχής μία δύσκολη διαδικασία. Μέρος του εξοπλισμού των επαναστατημένων Ελλήνων προερχόταν από τον Οθωμανικό στρατό, αφού όχι ευκαταφρόνητες ποσότητες βρέθηκαν στα χέρια των μαχόμενων Ελλήνων. Σημαντικό μέρος των εφοδίων προέρχονταν  από τα λάφυρα των αγωνιστών, από τις δωρεές των ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό, από τους ομογενείς εμπόρους, από τις φιλελληνικές εταιρείες και από  τα κομιτάτα της Ευρώπης, από μεμονωμένες προσωπικότητες του εξωτερικού και του εσωτερικού, υπό μορφή εράνων,  δωρεών ή μικρών δανείων, αλλά και από τις ιερές μονές.

Ο εξοπλισμός των επαναστατημένων Ελλήνων δεν αποτελούσε την μοναδική ανάγκη, καθώς έπρεπε να λυθούν και τα ζητήματα σίτισης και ένδυσης των πολεμιστών, της περίθαλψης των τραυματιών και των προσφύγων, καθώς και της προστασίας των αμάχων. Η αντιμετώπιση των πρώτων πολεμικών αναγκών καλύφθηκε από τις ελάχιστες, τηρουμένων των αναλογιών, προμήθειες που είχαν γίνει. Ο κάθε χωρικός εξοπλιζόταν  με ό,τι εφόδια διέθετε. ( Κ.Π.Μανωλόπουλου., Αντιμετώπισις Πολεμικών….ο.π.,σ.σ.. 22-23.).Τους πολεμιστές έτρεφαν, όπου και όπως αυτό ήταν εφικτό, οι οικογένειές τους. Οι γυναίκες έρχονταν  στα στρατόπεδα και έφερναν τρόφιμα για να σιτιστούν οι άνδρες. Την ίδια προθυμία επέδειξαν και οι τσοπάνηδες (σύμφωνα με μαρτυρία του Κολοκοτρώνη) και άλλοι  που πρόθυμα συνεισέφεραν τα αναγκαία στην καθημερινότητά τους. (Τ.Α.Σταματόπουλου., Ο Εσωτερικός….ο.π., σ. 99.).Η όλη αυτή προσπάθεια απαιτούσε μυστικότητα, γενναιοδωρία και εμπιστοσύνη, πολύ, δε, περισσότερο από όλα απαιτείτο αυτοθυσία και πίστη στην ελευθερία.

 

ΕΞΩΓΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

 

Α. Ελληνικές Παροικίες

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι άνθρωποι, κυρίως όμως, οι χριστιανοί, μετακινούνται και ταξιδεύουν. Ο πόλεμος, η ξένη κατοχή, η αναζήτηση οικονομικών πόρων, το εμπόριο, τα γράμματα,  τους αναγκάζουν να αλλάζουν τόπους  αναζητώντας  καλύτερες ευκαιρίες διαβίωσης. Πολλές  από αυτές τις ευκαιρίες βρίσκονται στην κεντρική και δυτική Ευρώπη καθώς και στη Ρωσία. Δημιουργούνται έτσι οι Ελληνικές Παροικίες. Η επιλογή του τόπου δεν είναι τυχαία, αφού συνήθως  επιλέγονται νευραλγικά σημεία, κέντρα του διεθνούς αποικιοκρατικού εμπορίου. (Γ. Κατσουλη, κ.α. Οικονομική Ιστορία………..ο.π., σ. 73). Από τον 14ο έως και τον 18ο αι. το εμπόριο διοργανώνεται και μέσω των «εμπορικών παροικιών», ( Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου., Ο Ελληνισμός της Δύσεως. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους., Ο Ελληνισμόςυπό ξένη κυριαρχία (περίδος 1453-1669)  Τουρκοκρατία- Λατινοκρατία, Εκδοτική Αθηνών,   Αθήνα 1974, τομ,. Ι, σ. 231.Ν.Καρατζάς., « Οι ευρωπαϊκές προϋποθέσεις του Ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας» ), σε λιμάνια-σταθμούς, όπως η Αντβέρμπ, το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, η Σεβίλλη, η Μασσαλία, το Λιβόρνο, η Αγκώνα, η Βενετία, η Τεργέστη, η Σμύρνη, όπου αναπτύσσονται μεγάλα εμπορικά δίκτυα, με  σκληρό ανταγωνισμόανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη. (Σπ.Ι.Ασδραχάς με την συνεργασία των Ν.Ε.Καραπιδάκη κ.α., Ελληνική Οικονομική Ιστορία. ΙΕ΄-ΙΘ΄Αιώνας. τ. 1ος, Π.Ι.Ο.Π. Αθήνα 2003, σ. 238).H Σμύρνη, όπου αναπτύσσονται μεγάλα εμπορικά δίκτυα, με  σκληρό ανταγωνισμό ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη.[1] Σπ.Ι.Ασδραχάς με την συνεργασία των Ν.Ε.Καραπιδάκη κ.α., Ελληνική Οικονομική Ιστορία. ΙΕ΄-ΙΘ΄Αιώνας. τ. 1ος, Π.Ι.Ο.Π. Αθήνα 2003, σ. 238Οι Έλληνες της Διασποράς δεν ξεχνούν όμως τον τόπο τους. Βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τη γενέτειρά τους, την υποστηρίζουν με την προσωπική τους περιουσία, με εράνους και κάθε άλλο μέσο, αλλά και διοχετεύουν σ’ αυτήν νέες ιδέες και τρόπους ζωής. Οι ελληνικές κοινότητες στο εξωτερικό βοήθησαν με τα  κεφάλαιά τους τον Αγώνα, ενώ αργότερα, συνέχισαν να βοηθούν για την ανασυγκρότηση της Ελλάδας με το φαινόμενο των «ευεργεσιών».( Β.Αγτζίδης., Η δύναμη του ελληνισμού.).

 

Β. Φιλέλληνες και Φιλελληνικά Κομιτάτα

Ο Φιλελληνισμός είναι μια ιστορική πραγματικότητα που εμφανίζεται σε πολλές χώρες, κυρίως της Ευρώπης και οφείλεται κατά βάση στον θαυμασμό των ξένων προς την αρχαία Ελλάδα και την εμπνεόμενη από αυτήν ελευθερία της σκέψης, στην συμπάθεια προς τους υπόδουλους χριστιανούς,  στους αγώνες και τα κατορθώματα των Ελλήνων μετά την έναρξη της Επανάστασης αλλά και στη συμβολή  των Ελλήνων της διασποράς. (Ν.Καρατζάς., « Οι ευρωπαϊκές προϋποθέσεις του Ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας» )._

Το φιλελληνικό ενδιαφέρον ενεργοποιήθηκε ζωηρότερα ήδη από τα τέλη Μαΐου 1821, αλλά κατά τη διάρκεια των επτά χρόνων του Αγώνα παρουσίασε διακυμάνσεις στη συγκυρία. Σε πολλές πόλεις της Δυτικής Ευρώπης ιδρύθηκαν φιλελληνικές επιτροπές, τα κομιτάτα, που είχαν για στόχο τους την περίθαλψη των προσφύγων και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού, καθώς και την ενίσχυση των αγωνιζομένων Ελλήνων με χρειώδη και αποστολή χρημάτων, με  περίθαλψη προσφύγων και παιδιά πεσόντων αγωνιστών αλλά και με αποστολή εθελοντών στον επαναστατημένο χώρο.

 

Γ. Φιλική Εταιρεία

Η  οικονομική προσφορά της Φιλικής εταιρείας στον Αγώνα, είναι δύσκολο να αποτυπωθεί καθώς το Αρχείο της υπήρξε ελλιπές και ατελές. (Λ.Θ.Χουμανίδης.,Οικονομική Ιστορία της Ελλάδος, τ. 2ος, Από της Τουρκοκρατίας μέχρι του έτους  1935.Εκδ. Παπαζήση, Αθήναι 1990.  σ. 46). Κατά την εισδοχή του στην εταιρεία κάθε νέο μέλος προσέφερε την εισφορά του, η οποία παραδιδόταν στον ταμία της εφορείας για τον οπλισμό και την εξάρτυση των εθελοντών. Εκτός από τον αρχικό πυρήνα της, στην  Φιλική Εταιρεία, προσχώρησαν  και  πλούσιοι Έλληνες .( Α.Βακαλόπουλου,  Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829) τ. Ε΄ Οι προΫποθέσεις και οι βάσεις της (1813-1822), σ. 63. Ι.Φιλήμων. Δοκίμιον Ιστορικό περί της Φιλικής Εταιρίας. Πελεκάνος, Αθήνα 2011, σ.118.).

Από ένα μικρό τμήμα της αλληλογραφίας των Φιλικών που έχει διασωθεί, πληροφορούμαστε τις ενέργειες των εφόρων του Ρένι, του Ισμαήλ και του Κισνοβίου, οι οποίοι με επιμονή και αυτοθυσία δούλεψαν για την περίθαλψη 100 εθελοντών ( Μάϊος του 1821). (Α.Λ.Γκριγκόρι., Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία……………………  σ. 441). Η εφορεία του Ισμαήλ ασχολούνταν ενεργά με την αποστολή ενισχύσεων στους εξεγερμένους. Τα έξοδά της από τις αρχές της εξέγερσης του Υψηλάντη  μέχρι 28 Ιουνίου 1821 ήταν 49.451 γρόσια, εκ των οποίων 35.152 γρόσια προέρχονταν από τις εισφορές νέων μυηθέντων, ενώ το υπόλοιπό ποσό γρόσια 14.299 κατέβαλε εξ ιδίων ο Γ.Παπαδόπουλος.

 

ΕΝΔΟΓΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

 

α.  Ιερές Μονές

Το έργο των μονών του ελληνικού χώρου καθ’ όλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας (Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης  μαρτυρεί την προσφορά των Ιερών Μονών κατά την Ελληνική επανάσταση με τα λόγια του: «Αυτά τα μοναστήρια  ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκει ήταν οι τσεμπιχανέδες μας όλα τα αναγκαία του πολέμου, ότ  ήταν παράμερον και μυστήριο από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καημένοι οι καλόγεροι, και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι είς τον αγώνα »). ήταν ποικιλόμορφο και  δεν περιορίστηκε μόνον στη διατήρηση της πίστης και της ελληνικής γλώσσας αλλά και στην προετοιμασία και ενίσχυση του Αγώνα. Η προσφορά τους ήταν μεγάλη σε ανθρώπινο δυναμικό, καθώς οι καλόγεροι οπλίστηκαν και συμμετείχαν στον Αγώνα. Ιερές Μονές έγιναν ορμητήρια των Ελλήνων για την απελευθέρωση του Έθνους,( Γκιτάκος Χ.Μ., Η Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος, «Εξ απόψεως Ιστορικής Αρχαιολογικής και Αγιογραφικής», Εκδ. Ιερά Μητρόπολις Μεγάρων και Σαλαμίνος, Αθήνα 2001, σ. 58) εστίες περίθαλψης τραυματιών, προσφύγων και γυναικόπαιδων,  αποθήκες πολεμοφοδίων και προμηθειών, κέντρα συγκέντρωσης ερανικών χρημάτων για την κάλυψη των αναγκών του Αγώνα αλλά και οι ίδιες πάροχοι χρηματικών ποσών ή εκπονούμενων χρυσών και αργυρών σκευών. Οι εκκλησίες και οι μονές υποχρεώθηκαν δια νόμου να προσφέρουν για τον Αγώνα αργυρά και χρυσά σκεύη αξίας 140.000 γροσίων.

 

Β. Πολεμικά  Λάφυρα – Λύτρα – Λείες

Η κύρια  πηγή  εσόδων κατά τους πρώτους μήνες της Επανάστασης ήταν τα λ ά φ υ ρ ατων εκπορθούμενων φρουρίων, καθώς και λ ε ί ε ς  που προέκυπταν από μάχες και ναυτικές συμπλοκές  με τους Τούρκους.  Τα λ ά φ υ ρ α από την άλωση της Τριπολιτσάς όπλισαν χιλιάδες χωρικούς της Πελοποννήσου, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν αυτοσχέδιο οπλισμό.(Απ.Ε.Βακαλόπουλου, Επίλεκτες Βασικές Ιστορικές Πηγές της Ελληνικής Επαναστάσεως (1813-1825),τ.Α΄, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 354.). Λείες και λάφυρα ( Γ.Κατσούλη κ.ά. Οικονομική….., σ. 301) οι Έλληνες μπορούσαν να συγκεντρώσουν όχι μόνον στην ξηρά αλλά και στη θάλασσα. (Πολλά καράβια και ιδιαίτερα Ευρωπαϊκά είχαν ναυλωθεί για να μεταφέρουν πολεμοφόδια, τροφές και ξυλεία για τις ανάγκες των στρατοπέδων  του Κιουταχή (1822) και του Ιμπραήμ (1825-1826). Οι Έλληνες επιτίθεντο σε αυτά τα καράβια και τα εφόδια που μετέφεραν, τα έπαιρναν ως λείες Πολέμου.). Τα λάφυρα και οι λείες υπήρξαν υπολογίσιμη πηγή του Αγώνα μόνον κατά το πρώτο καιρό, αφού αργότερα άρχισαν να παρουσιάζονται φαινόμενα αρπαγής και κατάχρησης των λαφύρων,  ιδιαίτερα με την έναρξη των εμφυλίων συγκρούσεων. Από τα λάφυρα που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες των φρουρίων, η αξία των οποίων υπερέβη το ποσό των 50.000.000 γρ., στο Δημόσιο Ταμείο δεν αποδόθηκε ουσιαστικά   κανένα ποσό. Το δημόσιο όφελος ήταν α) δέκα χιλιάδες ντουφέκια με τα οποία εξοπλίστηκαν   οι αγωνιστές και β) το ποσό των 80.000 γρ. που έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση ο Χουρσίτ Πασάς για την εξαγορά του χαρεμιού του. (Απ.Ε.Βακαλόπουλου, Επίλεκτες Βασικές…., σ. 167).Γενικότερα, η διαχείριση των λαφύρων του πολέμου από την αρχή της Επανάστασης ήταν δύσκολη, οι καταχρήσεις ήταν σοβαρές και το πρόβλημα των εσόδων από τις λείες  περίπλοκο και ακανθώδες.

 

Γ. Ναυτιλία, Πειρατεία, Νησιά

Η οικονομία στην Ελλάδα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας από 1453-1750 χαρακτηρίζεται ως Οικιακή Οικονομία, ενώ από το 1750 και το 1821 ξεκινά ουσιαστικά  η εμπορευματική οικονομία. (Λ.Θ.Χουμανίδη., Οικονομική Ιστορία της Ελλάδος. τ. Β΄ Από της Τουρκοκρατίας μέχρι του έτους 1935. εκδ. Παπαζήση, Αθήναι 1990, σ. 107).Αυτή την περίοδο παρατηρείται μία τάση τοποθέτησης κεφαλαίων στη ναυτιλία και κυρίως στην ναυπήγηση πλοίων. Εμπορικά πλοία τα οποία εξοπλίζονται για τον κίνδυνο της πειρατείας θα βρεθούν ετοιμοπόλεμα στο ξεκίνημα της Επανάστασης. (Γ. Λεονταρίτης., Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850). Ε.Μ.Ν.Ε. – ΜΝΗΜΩΝ 1996, Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 1. Γ΄έκδοση, Αθήνα 1921, σ. 1. ).

Τον 18ο αι  πολιτική κάθε ναυτικής δύναμης ήταν η καταστροφή του εμπορικού ναυτικού των αντιπάλων. Στη βάση αυτής της πολιτικής αναπτύχθηκε μια πολεμική στις θαλάσσιες περιοχές η οποία δυσκόλευε την αστυνόμευση των θαλασσών και ενθάρρυνε την πειρατεία. Πολλές φορές η πειρατεία ετίθετο στην υπηρεσία μιας εμπόλεμης δύναμης, καρπούμενης το σύνολο της αξίας της λείας. (Γ. Λεονταρίτης., Ελληνική…., σ.36. Γ. Κατσούλα κ.ά, Οικονομική ιστορία…., σ. 132).Οι Έλληνες πειρατές δρούσαν κάτω από διαφορετικές σημαίες, κυρίως την Αγγλική στον Επταετή πόλεμο και την Ρωσική κατά την διάρκεια των δύο Ρωσοτουρκικών πολέμων. Η πειρατεία λειτούργησε διπολικά για την ελληνική υπόθεση, καθώς, από την μία πλευρά, αποδυνάμωνε τις εχθρικές δυνάμεις και, από την άλλη πλευρά, συσσώρευε πλούτο  μέσα από τις λείες, με τον οποίο συμμετείχε στο σχηματισμό κεφαλαίου.( Όπως αναφέρει ο Tr. Stoianovich, « γενική προϋπόθεση για την ταχεία συσσώρευση πλούτου ή το γρήγορο σχηματισμό κεφαλαίου είναι η αρχική ετοιμότητα να χρησιμοποιηθούν μη οικονομικά μέσα και η επακόλουθη προθυμία να χρησιμοποιηθεί κάθε οικονομικό μέσο για την επίτευξη των ιδίων στόχων. Ο τρόπος σχηματισμού του ελληνο-αλβανικού και του δουλτσινιωτικού εμπορικού ναυτικού  τον 18ο αι. υποδηλώνουν το βάσιμο αυτής της θέσεως». ο.π., σ. 36.). Η λαφυραγώγηση εχθρικών δυνάμεων υπήρξε επωφελής για την ελληνική υπόθεση, στο μέτρο που τα λάφυρα δόθηκαν στον Αγώνα, είτε υπό μορφή ενίσχυσης του εθνικού ταμείου, είτε με τον εξοπλισμό των επαναστατών. Πέρα όμως από την χρήση που είχαν τα λάφυρα , αυτή καθ’ εαυτή η δολιοφθορά του εχθρού, έχει καταστροφικές συνέπειες για αυτόν. Το εμπορικό ναυτικό μετατράπηκε σε επαναστατική ναυτική δύναμη. Κυρίαρχη θέση στην δύναμη της ναυτιλίας κατέχουν τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά ενώ ακολουθούν και πολλά άλλα νησιά. (Απ.Ε.Βακαλόπουλου, Επίλεκτες Βασικές Ιστορικές Πηγές της Ελληνικής Επαναστάσεως (1813-1825)  τ. Α΄, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000, σ186.).

Η πρώτη σοβαρή λεία του πολέμου σύμφωνα με την περιγραφή του αντιναυάρχουΤομπάζη στο ημερολόγιό του στις 8/21 Απριλίου 1821, έφθασε τα 6  (έξη) εκατομμύρια γρόσια, ποσό που εξασφάλιζε οικονομική άνεση στην Επανάσταση για έξη μήνες. Το ποσό αυτό ήταν ίσο με το εσωτερικό δάνειο και κατώτερο της αξίας των λαφύρων της Τριπολιτσάς. (Γ. Κατσούλα κ.ά, Οικονομική ιστορία…, σ. 162.).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η Επανάσταση του 1821 αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας. Οι οικονομικοί παράγοντες που εξελίχθηκαν στο χώρο του υπόδουλου ελληνισμού σχετίζονται με τον αγροτικό τομέα, το εμπόριο, τη ναυτιλία και τη συστηματοποίηση της βιοτεχνικής εργασίας, είχαν, δε, άμεσο αντίκτυπο στην κοινωνική του οργάνωση σε διάφορες εκφάνσεις του βίου του.

Πέρα όμως από τους παράγοντες που διαμορφώθηκαν στο χώρο του υπόδουλου ελληνισμού, σημαντικοί παράγοντες διαμορφώθηκαν και στη Δύση, οι οποίοι συνετέλεσαν και στην ανάπτυξη ενός κύματος φιλελληνισμού στους ευρωπαϊκούς λαούς. Στην ανάπτυξη του φιλελληνισμού βοήθησαν οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί σε ευρωπαϊκές χώρες και είχαν ιδρύσει παροικίες και μυστικές εταιρείες ενταγμένες σε ένα κοινό σκοπό, την απελευθέρωση του έθνους. Οι Έλληνες του εξωτερικού ανέπτυξαν μεγάλη οικονομική δραστηριότητα και συνεισέφεραν ποικιλοτρόπως. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, εστίες μέσα και έξω από τον υπόδουλο ελληνικό χώρο, εστίες που απετέλεσαν ορισμένως πηγές οικονομικής στήριξης της προετοιμασίας και της διεξαγωγής της Ελληνικής Επανάστασης. Πρόκειται για οικονομικές πηγές σημασίας για ένα Έθνος, το οποίο δεν διέθετε ούτε κρατική υπόσταση, άρα ούτε εθνική οικονομία, και το οποίο, με πενιχρούς έως ελάσσονες- συγκριτικά με τις ανάγκες- οικονομικούς πόρους ξεκίνησε έναν άνισο, αλλ’ επιτυχή, Αγώνα απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Το οικονομικό πρόβλημα του Αγώνα έγκειτο στο αν το εθνικό εισόδημα τις παραμονές της Επανάστασης μπορούσε, όπως είχαν τα πράγματα, να αποδώσει τους οικονομικούς πόρους για την συντήρηση του πολέμου.

Έξω από τον επαναστατημένο χώρο, δημιουργήθηκαν εστίες βοήθειας και υποστήριξης του ελληνικού ζητήματος. Ενίσχυσαν τον Αγώνα με την συγκέντρωση μεγάλων ποσών από εράνους, προσωπικές εισφορές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, με την περίθαλψη τραυματιών πολέμου και άμαχου πληθυσμού ενώ, παράλληλα, εφοδίαζαν τον επαναστατημένο χώρο με πολεμοφόδια και άλλες αναγκαίες, για τη διεξαγωγή του πολέμου, προμήθειες. Τα Φιλελληνικά Κομιτάτα προετοίμασαν εκστρατευτικά σώματα και μερίμνησαν για τους πρόσφυγες. Παράλληλα δημιουργούσαν πυρήνες μέσα στον επαναστατικό σώμα για την επιτυχία των στόχων της Ελληνικής Επανάστασης

Οι δυνάμεις που δραστηριοποιήθηκαν στον επαναστατημένο χώρο αντιμετώπισαν ένα τελείως διαφορετικό κλίμα και πολύ μεγάλες δυσκολίες, καθώς έπρεπε να κινηθούν αθόρυβα, μυστικά και κάτω από την πίεση και τον κίνδυνο της οθωμανικής εξουσίας. Η συγκέντρωση οικονομικών πόρων μπορεί να ήταν, τηρουμένων των αναλογιών, αξιοσημείωτη και να οφειλόταν  στην αγάπη όλων των συμμετασχόντων για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, δεν ήταν όμως ούτε αρκετή ούτε καθοριστική, ώστε να μπορέσει να διαφυλάξει την Επανάσταση από την κακοδιαχείριση, την λαφυραγωγία και την κατασπατάληση. Η αυθόρμητη συνεισφορά από ιδιώτες και οργανώσεις δεν ήταν δυνατόν να τελεσφορήσει  με μία ανοργάνωτη και πρόχειρη διαχείριση. Οι οικονομικές απώλειες ήσαν μεγάλες και κινδύνευε η πορεία του Αγώνα.

Αργότερα, οικονομική εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις ξένες Δυνάμεις, μέσω της σύναψης των κατασπαταληθέντων εξωτερικών δανείων, όχι μόνον δεν έλυσε τα οικονομικά προβλήματα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά οδήγησε σε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που επιβάρυναν την νέα, στην Ευρώπη, κρατική οντότητα.

Μαργαρίτα Γ. Δημητριάδου
Ιστορικός

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

  • Ιστορικός
  • Κάτοχος ΜΑ στην Ιστορία και Διδακτική της Ιστορίας
  • Κάτοχος ΜΑ στην Ορθόδοξη Θεολογία
×

ΚΑΛΑΘΙ