You are currently viewing Η προσφορά της Εκκλησίας στον αγώνα για ανεξαρτησία

Η προσφορά της Εκκλησίας στον αγώνα για ανεξαρτησία

Ο εορτασμός της επετείου για την επανάσταση του 1821, δεν αποτελεί μόνον ημέρα εθνικής μνήμης αλλά και πολύτιμη πηγή έμπνευσης για τον απανταχού Ελληνισμό. Τιμούμε τον αγώνα των υπόδουλων Ελλήνων να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό για να είμαστε ελεύθεροι. Η απόφαση για την εθνεγερσία δεν αποτελούσε αίτημα μόνο της «αστικής τάξης» αλλά όλων, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Θ. Κολοκοτρώνη : «Σαν βροχή ήρθε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας και όλοι, και οι κληρικοί και ο προεστοί και οι καπεταναίοι και οι γραμματείς και οι έμποροι, όλοι συμφωνήσαμε στον ίδιο σκοπό και κάναμε επανάσταση». Η σπουδαία μαρτυρία ενός εκ των πρωταγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα, αναφέρεται ξεκάθαρα στην πολύτιμη συνεισφορά της Εκκλησίας στον αγώνα. Η συμμετοχή του κλήρου ήταν, δίχως αμφιβολία, μαζική, γεγονός που βοήθησε καταλυτικά στην επιτυχία του αγώνα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γάλλος πρόξενος Πουκεβίλ, τουλάχιστον 6000 κληρικοί (αρχιερείς, πρεσβύτεροι, διάκονοι) σκοτώθηκαν στον αγώνα. Η μαρτυρία του Γάλλου προξένου, φανερώνει τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του λαού και του κλήρου μπροστά στο ιερό χρέος για την ελευθερία.

Δυστυχώς, όμως,  διαδίδονται απόψεις που υποβαθμίζουν τη συνεισφορά της Εκκλησίας, διαστρεβλώνοντας την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, μία μερίδα της Εκκλησίας ήταν αντίθετη στην έναρξη της επανάστασης. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί ο αφορισμός της ελληνική επανάστασης από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, δεν αποτελεί ιστορική απόδειξη ότι η Εκκλησία ήταν εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η καλύτερη απάντηση σε αυτές τις τοποθετήσεις, πηγάζει από τους ίδιους πρωταγωνιστές της ελληνικής επανάστασης. Ο Αλ. Υψηλάντης, σε επιστολή του προς τον Θ. Κολοκοτρώνη τον Ιανουάριο του 1821, αναγνωρίζει την επιθετικότητα και τους εκβιασμούς του Σουλτάνου εις βάρος του Οικουμενικού Πατριάρχη και εξηγεί με σαφήνεια ότι, τέτοιες αποφάσεις (όπως ο αφορισμός της Επανάστασης), «γίνονται με βίαν και δυναστείαν άνευ της θελήσεως του Πατριάχου» [1].

Δίχως αμφιβολία, ο ρόλος της Εκκλησίας για την απελευθέρωση υπήρξε καταλυτικός, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του αγώνα αλλά και πολύ πριν από αυτόν. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, κάθε Ορθόδοξος ναός γινόταν κέντρο της κοινοτικής ζωής, γιατί χρησίμευε ως χώρος σύναξης της κοινότητας, που ταυτίζονταν έτσι οριακά αλλά και λειτουργικά με την ενορία [2]. Στον χώρο αυτό, καλλιεργούνταν η εθνική συνείδηση, η πίστη, η παράδοση και όλες εκείνες οι αξίες που θα οδηγήσουν στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ της Ορθοδοξίας και της εθνικής ιδέας και συνείδησης, αποδέχονται πολλοί ιστορικοί όπως, ο Νικ. Σβορώνος και ο Steven Ranciman. Αυτή η ιστορική διαπίστωση, τεκμηριώνεται τόσο από τη λαϊκή μας παράδοση (πχ δημοτικά τραγούδια, ποιήματα [3]) όσο και από την πολιτική οργάνωση (προοίμιο των ελληνικών συνταγμάτων από ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους : «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος»). Είναι, επίσης, σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι, για να υπάρξει πρώτα εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει εθνική συνείδηση. Αυτή την εθνική συνείδηση, την γλώσσα και τον πολιτισμό καλλιέργησε η Εκκλησία στα σκληρά χρόνια της δουλείας [4], με την ίδρυση δεκάδων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Τα παραδείγματα πολλά, μερικά από τα οποία είναι ο Κύριλλος Λούκαρης (1572 – 1638), ο οποίος ίδρυσε πολλά σχολεία και έφερε το πρώτο τυπογραφείο στην Κω/πολη το 1627, οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Δοσίθεος (1641 – 1707) και Χρύσανθος (1707 – 1731), οι οποίοι στήριξαν την προσπάθεια των Φαναριωτών για την ίδρυση σχολείων [5] και ο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779), ο οποίος από το 1759 περιόδευσε όλη την Ελλάδα για την στήριξη της παιδείας και την ίδρυση σχολείων.  Σπουδαία παραδείγματα, επίσης, αποτελούν ο  Ευγένιος Βούλγαρης (1716 – 1806) και ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731 – 1800). Η Εκκλησία, όμως, δεν πρωτοστατούσε μόνο στην παιδεία του υπόδουλου έθνους αλλά και κάθε φορά που ξεσπούσε κάποιο επαναστατικό κίνημα. Πολλά τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας [6]. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί ο Διονύσιος Β, μητροπολίτης Λάρισας – Τρίκκης, ο οποίος οργάνωσε δύο επαναστάσεις στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο στις αρχές του 17ου αιώνα. Η θυσία του Διονυσίου (1611), είναι μία από τις πολλές ιστορικές αποδείξεις ότι η επανάσταση του 1821 δεν ήταν στο «πνεύμα την εποχής» (τέλη του 18ου – αρχές 19ου αιώνα) όπως υποστηρίζεται από μερικούς, αλλά ο ευσεβής πόθος του υπόδουλου γένους πολλά χρόνια πριν από τον ξεσηκωμό του 21.

Τελειώνοντας, οι απόψεις που υποβαθμίζουν τον σπουδαίο ρόλο που διαδραμάτισε η Εκκλησία στα σκληρά χρόνια της δουλείας, όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια [7] αλλά αποτελούν, δυστυχώς, διχαστικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, προϊόντα ιδεολογικών σκοπιμοτήτων.

 


[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ΄, σ. 130β.

[2] Βλ. π. Γεωργίου Μεταλληνού,  Τουρκοκρατία. Οι Έλληνες στην Οθωμανική αυτοκρατορία, Αθήνα 1998, σ. 117.

[3] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο «Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν», του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Σε αυτό το σπουδαίο ποίημα που αποτελείται από 158 στροφές, εμπεριέχονται πολλές αναφορές στη θρησκεία. Ενδεικτικά βλ. στροφή 115 : «Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,/Καὶ ἡ Θρησκεία κι’ ἡ Ἐλευθεριὰ/Μ’ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνη/Μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾶ», βλ. Διονυσίου Σολωμού Άπαντα, τ. 1ος, Ποιήματα, Επιμέλεια – Σημειώσεις Λίνου Πολίτη, 19936, σ. 90.

[4] Τον σπουδαίο πνευματικό ρόλο της Εκκλησίας αναγνωρίζει και ο Αδαμάντιος Κοραής. Σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου, αναφέρει τα εξής : «Τὸ τιμιώτερον ἀπ’ ὅλα τοῦ ἀνθρώπου τὰ προτερήματα εἶναι νὰ ἔχῃ, καθῶς τὸ σῶμα, οὕτω καὶ τὴν ψυχὴν ὀρθήν· ὀρθὸν τὸν ἔκαμεν ἡ φύσις· ὀρθὸν τὸν θέλει ἡ φιλοσοφία· ὀρθὸς νὰ στέκῃ τὸν διδάσκει καὶ αὐτὴ ἡ θρησκεία, ἐπειδὴ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀσυγκρίτως ἀνώτερον ὑπὲρ πάντας τοὺς εὐεργέτας, ὡς ὑιὸς, καὶ ὄχι ὡς δοῦλος, νὰ προσφέρεται τὸν παραγγέλει (Ρωμ. η, 15)», βλ. Αδαμαντίου Κοραή. Προλεγόμενα στους Αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς και η αυτοβιογραφία του, Πρόλογος Κ. Θ. Δημαρά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, σ. 54.

[5] Βλ. Γ. Μεταλληνού, οπ. π., σ. 148.

[6] Ενδεικτικά βλ. Κων. Παπαρρηγόπουλου, Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 20062, σ. 479 – 548. Είναι δε, ιδιαίτερα σημαντικό το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο εν λόγω έγκριτος ιστορικός, βλ. Κων. Παπαρρηγόπουλου, οπ. π., σ. 546 : «Η ελληνική λοιπόν επανάστασις του 1821 δεν παρήχθη εκ τύχης ουδέ υπήρξε δημιούργημα πρόχειρον άνθρωπων τινών, αλλ’ αποτέλεσμα αναπόδραστον όλων των προηγούμενων περιστάσεων, πόθων και ενεργειών του έθνους.»

[7] Βλ. Σαράντου Ι. Καργάκου, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Θεωρητικές προσεγγίσεις. Επαναστατική προεργασία. Δυνάμεις εμπόλεμων. Έναρξη του Επαναστατικού Αγώνα, Α΄Μέρος, εκδ. Real News, Αθήνα 2014, σ. 131 «Αυτό που διστάζουν ακόμη και σήμερα να ομολογήσουν κάποιοι ιστορικοί με σκέψη διαχωριστική – για να προσδώσουν «ταξικότητα» στο έργο τους – είναι ο καθολικός χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ο Νίκος Σβορώνος, που δεν χρειαζόταν εύσημα μαρξιστή, χωρίς δισταγμό ομολογεί : «Αν η αστική τάξη υπήρξε ο πρωταρχικός παράγων της εθνικής συνείδησης και ο οργανωτής του αγώνα για την ανεξαρτησία, η εθνική ιδέα και η Ελληνική Επανάσταση έχουν τις πηγές τους και τις ρίζες τους στην αγροτιά και στ’ άλλα καταπιεζόμενα στοιχεία του ελληνικού λαού (μικροί αστοί, διανοούμενοι). Κι ακόμη ότι όταν ήλθεν η στιγμή, αυτά τα στοιχεία παρέσυραν στον αγώνα τα διχαστικά ή εχθρικά στην αρχή στοιχεία του Ελληνισμού, ώστε ολόκληρο το Έθνος στον ίδιο δρόμο για ένα κοινό ιδανικό συμμετείχε στον αγώνα για την ανεξαρτησία» (Νικ. Σβορώνος : «Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βαλκανικής Χερσονήσου στον δέκατον όγδοον αιώνα», περιοδ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τευχ. 21 [Σεπτέμβριος 1956, σ. 196]. Το μελέτημα του Σβορώνου από το βιβλίο του «Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα», που είχε εκδοθεί στα γαλλικά.» Επίσης, βλ. Σ. Καργάκου, οπ. π., σ. 143 : «Είναι δικαίωμα των νεώτερων ιστορικών το να επικρίνουν τον θετικό ρόλο της Εκκλησίας αλλά είναι ιστορικό ατόπημα να μη βλέπουν την εκχειλίζουσα θρησκευτικότητα από την ψυχή όλων των πρωταγωνιστών και των αγωνιστών του 1821.»


 

Ιωάννης – Ιωσήφ Δ. Παπαγεώργης
Θεολόγος – Εκπαιδευτικός, Διδ. Θεολογίας

×

ΚΑΛΑΘΙ